επιτεχνώμαι

ἐπιτεχνῶμαι, -άομαι (Α)
1. επινοώ δόλους για κάποιο σκοπό, μηχανορραφώ («βουλὴν ἐνταῡθα σοφωτάτην Πεισίστρατος ἐπιτεχνᾱται», Ηρόδ.)
2. εφευρίσκω, μηχανεύομαι εναντίον κάποιου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + τεχνώμαι (< τέχνη)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανεπιτέχνητος — ἀνεπιτέχνητος, ον (Α) ο φτιαγμένος χωρίς σχέδιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν στερ. + επιτεχνητός «ο κατασκευασμένος με τέχνη» < επιτεχνωμαι] …   Dictionary of Greek

  • επιτέχνημα — ἐπιτέχνημα, τὸ (Α) [επιτεχνώμαι] τέχνασμα, δόλια επινόηση εναντίον κάποιου …   Dictionary of Greek

  • επιτέχνησις — ἐπιτέχνησις, ἡ (Α) [επιτεχνώμαι] 1. επινόηση, τέχνασμα εναντίον κάποιου («πρὸς πολλὰ δὲ ἀναγκαζομένους ἰέναι πολλῆς καὶ τῆς ἐπιτεχνήσεως δεῑ», Θουκ.) 2. διαμόρφωση ή διατήρηση με τέχνη, με ειδική επεξεργασία («περὶ ἐπιτεχνήσεως τοῡ ψυχροῡ ὕδατος» …   Dictionary of Greek

  • επιτεχνητός — ἐπιτεχνητός, όν (θηλ. και ή) (Α) [επιτεχνώμαι] ο έντεχνα ή τεχνητά κατασκευασμένος …   Dictionary of Greek

  • προσεπιτεχνώμαι — άομαι, Α τεχνάζομαι, επινοώ κάτι επί πλέον με πανουργία. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἐπιτεχνῶμαι «τεχνάζομαι, επινοώ δόλους»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.